Ηλεκτρονικές φιλίες (μεταξύ μαθητών και καθηγητών)

Παλαιότερα – όχι πολύ παλιά, λίγο πριν εφευρεθούν τα εργαλεία κοινωνικής δικτύωσης,  όπως το facebook  – όταν έλεγα ότι είμαι φίλος με κάποιον, εννοούσα  καταρχήν πως τον γνωρίζω. Λίγο ή πολύ, δεν είχε σημασία, πάντως τον είχα συναντήσει κάπου. Αυτόν, τον ίδιο. Με σάρκα και οστά. Αν ήθελα να τον ξαναβρώ ή να του μιλήσω, του έδινα το τηλέφωνο μου και (αν και εκείνος ήθελε) μου έδινε το δικό του. Μετά, μιλούσαμε δυό τρεις φορές τηλεφωνικώς, μέχρι να γνωριστούμε καλύτερα. Αν «τα βρίσκαμε» μπορούσαμε να κάνουμε παρέα, δηλαδή, να πηγαίνουμε καμιά βόλτα στο κέντρο της πόλης ή στην παραλία, εφόσον ο καιρός ήταν καλός. Μοναδική περίπτωση να μην τον συναντώ ή να μη με συναντάει υπήρχε, αν κάποιος από τους δύο μας έμενε κάπου πιο μακριά ή αν είχε μετακομίσει πια σε άλλη πόλη. Και πάλι όμως, θα του τηλεφωνούσα, θα μου τηλεφωνούσε και θα δίναμε ο ένας στον άλλο υποσχέσεις για μια «ζωντανή» συνάντηση, ακόμα και αν ξέραμε ότι αυτή θα τύχαινε μια φορά το χρόνο ή σπανιότερα.

Ακόμα και αν τα μάτια μου ξεχνούσαν την εικόνα του φίλου μου, τα αυτιά μου μπορούσαν τουλάχιστον να ακούνε τη φωνή του. Κάτι τέτοιο, πριν από μερικά χρόνια, δεν ήταν μια παράλογη απαίτηση ή μια «πολυτέλεια» μέσα στην τρέλα της καθημερινότητας. Πολλοί θα πουν πως ούτε σήμερα είναι πολυτέλεια. Πως ακόμα και αν οι υποχρεώσεις είναι πολλές και οι ταχύτητες τρελές, εκείνοι βρίσκουν το χρόνο να τηλεφωνούν στους φίλους ή ακόμα καλύτερα να τους βλέπουν και να τους ακούνε ταυτόχρονα, χάρη στις βιντεοκλήσεις. Τέλος, κάποιοι θα προσθέσουν, ότι έτσι και αλλιώς, χρησιμοποιούν τον υπολογιστή τους μόνο για να κανονίσουν τα «βασικά» (τόπο, μέρα και ώρα συνάντησης), και από εκεί και πέρα συναντούν τους φίλους στον «έξω κόσμο». Μακάρι να είναι έτσι. Όμως κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι δίπλα στην έννοια της «παραδοσιακής» φιλίας (αυτής που ζητά επαφή και συνάντηση) έχει προστεθεί και η έννοια της ηλεκτρονικής φιλίας, αυτής που προκύπτει και εν δυνάμει ενισχύεται από τα εργαλεία κοινωνικής δικτύωσης. «Αυτά είναι υπερβολές», θα μου πείτε. «Δεν υπάρχουν διαφορετικά μοντέλα φιλίας. Ή είσαι φίλος με κάποιον ή δεν είσαι». Αυτό πιστεύω και εγώ, όμως χρειάζεται να ξέρουμε πότε κάποιος είναι πραγματικός μας φίλος και πότε είναι απλώς ένα avatar (δηλαδή μια ηλεκτρονική περσόνα) που επισκέπτεται τακτικά την ιστοσελίδα μας. Έτσι λοιπόν, ξαφνιάστηκα όταν διάβασα πως οι ενώσεις των εκπαιδευτικών στον Καναδά προτρέπουν τους δασκάλους να μη συνάπτουν ηλεκτρονικές φιλίες με τους μαθητές τους, μέσω των εργαλείων κοινωνικής δικτύωσης.

Δεν είναι τόσο η αίσθηση της άτυπης απαγόρευσης ή της αποτροπής προς τους εκπαιδευτικούς, όσο η αίσθηση της δαιμονοποίησης της ηλεκτρονικής επικοινωνίας – μεταξύ μαθητών και καθηγητών – που με προβλημάτισε. Αν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς μιας μερίδας εκπαιδευτικών, οι ηλεκτρονικές φιλίες διαταράσσουν την ισορροπία σε μια σχέση μαθητείας, τότε γιατί ποτέ δεν δημοσιοποιήθηκε ευρέως κάποια αντίστοιχη προειδοποίηση – αποτροπή, που να αφορά τη σύναψη φιλίας μεταξύ δασκάλου και μαθητή εκτός διαδικτύου.  Μήπως επειδή θεωρείται πως μια  φιλική επικοινωνία έξω από το διαδίκτυο δε θα μπορούσε να υπάρξει; Μήπως επειδή υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι η επικοινωνία στο διαδίκτυο είναι δυσκολότερο να ελεγχθεί; Αυτά μου μοιάζουν περισσότερο με εικασίες και φοβίες, παρά με αιτιολογήσεις, τη στιγμή μάλιστα που τα εργαλεία κοινωνικής δικτύωσης διαθέτουν ένα σωρό φίλτρα ικανά να θέσουν σαφή όρια στην επικοινωνία ανάμεσα σε πομπό και δέκτη.  Από την άλλη, μπορεί η φιλία στο διαδίκτυο να θεωρηθεί ισάξια με την πραγματική φιλία, ώστε να οδηγήσει στην ανάπτυξη μιας υπέρμετρης και ενδεχομένως επικίνδυνης οικειότητας; Πόσο καλά μπορεί να γνωρίσει ο μαθητής το δάσκαλο (και αντιστρόφως) μέσα στο facebook, ώστε να ξεχάσει το ρόλο του μέσα στην τάξη;

Προσπαθώντας να απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα, αρχικά συνειδητοποιώ, ότι πράγματι μερικοί μαθητές μπορεί να «χρησιμοποιήσουν» μια φιλική, έστω εικονική, σχέση με το δάσκαλο, προκειμένου να αποποιηθούν τις ευθύνες τους και να καταργήσουν τους τυπικούς κανόνες συμπεριφοράς που τους επιβάλει η σχολική πραγματικότητα. Αντίθετα, άλλοι μαθητές μπορεί να εκμεταλλευτούν θετικά μια φιλικότερη επικοινωνία με το δάσκαλο, για να μάθουν περισσότερα και με πιο ευχάριστο τρόπο. Φυσικά, η ηλικία παίζει σπουδαίο ρόλο, για το αν και κατά πόσο ο μαθητής (και μετέπειτα φοιτητής) μπορεί να διδάσκεται μέσα από μια φιλική σχέση, χωρίς να ξεχνά ότι το μάθημα είναι μάθημα. Με τη σειρά του ο δάσκαλος πρέπει να καταλαβαίνει πότε μπορεί να επιτρέψει μια σχέση φιλίας και πότε όχι, ανεξάρτητα από το αν αυτή αναπτύσσεται στο πραγματικό ή στο εικονικό περιβάλλον. Χρειάζεται ο ίδιος να θέτει τα όρια τόσο στην κοινωνική όσο και επαγγελματική του συναναστροφή. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι τα εργαλεία κοινωνικής δικτύωσης, αλλά οι ίδιοι οι άνθρωποι που μπορούν να επηρεάσουν ή να διαμορφώσουν το πλαίσιο μιας επικοινωνίας. Ως εκ τούτου, οι ισορροπίες ανάμεσα στη σχέση δασκάλου – μαθητή, μέσα και έξω από το διαδίκτυο, δεν μπορούν να διαφυλαχτούν με γενικευμένες συστάσεις ή άτυπες απαγορεύσεις, πόσο μάλλον όταν αυτές σχετίζονται με την ανάπτυξη φιλελεύθερων πρακτικών, που συνήθως έχουν στόχο να διευκολύνουν τη μάθηση και τη διδασκαλία.

Νικόλας Περδικάρης

perdikarisn@gmail.com

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s