Από την Debbie Harry, στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας

Ο πατέρας μου λύνει σταυρόλεξο στη βεράντα. Ενώ γεμίζει με το μολύβι του άσπρα κουτάκια, μοιάζει να έχει βυθιστεί ολότελα σε ένα δικό του κόσμο. Ψάχνει για τις χαμένες λέξεις πίσω από τα γράμματα. Μα αντί να τις σταυρώνει, σταυρώνεται ο ίδιος, για να μην πω καλύτερα στραβώνεται, τόσο πολύ που σκύβει πάνω από την εφημερίδα. Νομίζω πως δε με βλέπει – δίπλα του – έτσι όπως είναι απορροφημένος. Νομίζει πως δεν τον βλέπω ούτε εγώ, γιατί δε βγάζω «κιχ» και αγναντεύω τον ορίζοντα σαν το Βούδα. Ώσπου ξαφνικά, πετίεμαι πάνω σα να με έχει τσιμπήσει μύγα! Δεν είναι μύγα! Είναι η ερώτηση του πατέρα, που σκάει απροειδοποίητα σαν τη φούσκα μέσα στην ησυχία:. «9 καθέτως: η τραγουδίστρια των Blondie», με ρωτάει…

«Debbie Harry», του απαντάω, με ένα ύφος που λέει  «ρώτα με και άλλα τέτοια, τα ξέρω»! Μα τι το θέλω το μπλέξιμο; Αφού το «έργο» το έχω ξαναδεί. Σε λίγο θα αρχίσουν οι ερωτήσεις ιστορίας, αρχαίων ελληνικών και πολιτικο –οικονομικο – φυσικών επιστημών. Αυτές που δεν ξέρω ν’ απαντήσω. Πράγματι, ο κυνηγός των λέξεων παίρνει θάρρος και ζητά συνεργασία στη σπαζοκεφαλιά: «Τραγωδία του Ευριπίδη με 7 γράμματα»; Απάντηση καμία. «γνωστός ζωγράφος, θαυμαστής του Τρότσκι, έξη γράμματα»; Απάντηση καμία. «πόλη της Γερμανίας, γενέτειρα του Αϊνστάιν, 4 γράμματα»; Η μια ερώτηση διαδέχεται την άλλη και η σιωπή μου (που μόνο χρυσάφι δεν είναι) προβάλλει ως η μόνη απάντηση. Έτσι ήταν δηλαδή τα πράγματα μέχρι χθες, γιατί σήμερα έχω ασύρματο δίκτυο και laptop στο μπαλκόνι, για να γράφω αυτά εδώ τα κείμενα και να βοηθάω, πού και πού, τον άρχοντα του σταυρόλεξου στη διατήρηση του τιμητικού αξιώματος του.

 «Δώσε μου μισό λεπτό, να ψάξω στο Google και να σου πω». Λοιπόν, έχουμε και λέμε: «4 οριζοντίως: Τρωάδες», «6 καθέτως: Ριβέρα (πώς δεν το σκέφτηκα, ο σύζυγος της Φρίντα Κάλο!)», «2 καθέτως: Ουλμ: πόλη της νότιας Γερμανίας που βρίσκεται στο κρατίδιο της Βάδης-Βυρτεμβέργης». Αγαπημένε μου πατέρα, τώρα πια μπορώ να λύσω για σένα όλα τα αινίγματα και τους γρίφους του κόσμου, γιατί χάρη στο internet και τη δοξασμένη Wikipedia, είμαι ο πιο συμπαθητικός ξερόλας στην οικογένεια. «Wikipedia rules»!, που λέει και η φίλη μου η Ελένη. «Τι γνώμη έχεις εσύ για όλα αυτά πατέρα»;

«Wikipedia rules, but you suck»! Θα μου απαντούσε εκείνος σε άπταιστα… ellinika, αν ήξερε να χειρίζεται το internet, όπως εγώ. Και τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον θα είχε δίκιο. Γιατί, μπορεί το διαδίκτυο και οι μηχανές αναζήτησης να μου δίνουν τις απαντήσεις, αλλά ποιος είπε ότι μου δίνουν και γνώση; Αν ψάξω τώρα στο Google να μάθω πότε υψώθηκε το τείχος του Βερολίνου, αυτό θα σημαίνει πως ξέρω πράγματι ιστορία; Και αν τελικά διαβάζω την ιστορία μέσα από το διαδίκτυο, πώς μπορώ να είμαι σίγουρος ότι τη μαθαίνω σωστά; Θα μου πείτε: «το ίδιο ρίσκο παίρνεις και όταν διαβάζεις ένα βιβλίο». Μπορεί να είναι και έτσι, όμως με το βιβλίο ο κίνδυνος είναι μικρότερος, αφού πριν το εκδόσεις, χρειάζεται το κείμενο σου να διαβαστεί από ένα σωρό μάτια προτού φτάσει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Αντίθετα, στο internet, λίγοι είναι αυτοί που θα ελέγξουν την αξιοπιστία της πληροφορίας σου  και μάλλον κανένας δεν μπορεί να σε σταματήσει από το να «ανεβάσεις» τις (ενδεχόμενες) ανακρίβειες σου σε μια ιστοσελίδα. Γι’αυτό ακριβώς το λόγω η Susan Orlean γράφει σε σχετικό άρθρο της, στο New Yorker  ότι οι μηχανές αναζήτησης δεν είναι πηγές γνώσης, αλλά σκέτης πληροφόρησης. Γεμάτες με πληροφορίες που συνήθως ξεχνάμε αμέσως μόλις τις διαβάσουμε. Αλλά δεν είναι μόνο το ότι ξεχνάμε. Είναι και το ότι απλώς καταναλώνουμε, χωρίς να κρίνουμε, χωρίς να σκεφτόμαστε. Και αυτό φυσικά δεν είναι αδυναμία του διαδικτύου, αλλά αδυναμία δική μας. Εντάξει, δε χρειάζεται να ενοχοποιούμε τους εαυτούς μας, επειδή γίναμε τάχα ξερόλες ή επειδή με λίγο σερφάρισμα στο διαδίκτυο κερδίσαμε χθες μια παρτίδα στο Trivial. Αυτό που χρειάζεται είναι να αναγνωρίζουμε ότι το internet, όπως και καμιά ψηφιακή ή αναλογική εγκυκλοπαίδεια δε μας κάνει σοφούς και παντογνώστες. Έτσι, όταν ο πατέρας μας, ρωτάει πότε έγινε η Ναυμαχία της Σαλαμίνας, μπορούμε – πριν δώσουμε αμέσως την απάντηση – να πούμε από μέσα μας ή φωναχτά: «Σε ευχαριστώ που με ρώτησες, γιατί δε θυμόμουνα και εσύ μου έδωσες την αφορμή να ψάξω στο internet και να μάθω ότι έγινε στις 22 Σεπτεμβρίου, το 480 π.Χ.». Είναι τόσο απλό: γνωρίζουμε ότι δε γνωρίζουμε τα πάντα και (στην προκειμένη περίπτωση) χρησιμοποιούμε την τεχνολογία, όπως θα χρησιμοποιούσαμε μια παραδοσιακή εγκυκλοπαίδεια. Η διαφορά είναι ότι τώρα έχουμε στη διάθεση μας άπειρες πληροφορίες και τις βρίσκουμε πολύ πιο γρήγορα. Τώρα, το αν με αυτό τον τρόπο αποκτάμε γνώση, αυτό είναι ένα άλλο, μεγάλο ζήτημα και ίσως να το αναλύσω σε ένα επόμενο κείμενο. Το σίγουρο είναι πως τα σταυρόλεξα μας τα λύνουμε πια σε χρόνο μηδέν. Έτσι κερδίζουμε χρόνο, για να απαντήσουμε σε κάποια άλλα, αιώνια ερωτήματα, που σαφώς δε θα απαντηθούν ποτέ από καμία μηχανή αναζήτησης. Βρήκα κιόλας μερικά: Τι είναι η ζωή; Τι είναι ο άνθρωπος; Να ζει κανείς ή να μη ζει;

 Νικόλας Περδικάρης

 perdikarisn@gmail.com

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

2 Responses to Από την Debbie Harry, στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας

  1. Zaf Kar says:

    Χεχε.
    Mου θύμισε αυτό: Life before google (pic). αφιερωμένο

  2. Δεν το είχχα ξαναδεί! Πολύ αστείο. Lol!!!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s