ΤΟ ΚΑΚΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΛΑΒ-ΛΙ

«Αν θέλεις να είσαι καλή δασκάλα, να θυμάσαι πως είσαι πρώτα μαθήτρια και μετά δασκάλα». Έτσι της είχανε πει…Και εκείνη, την είχε βάλει μέσα της αυτή την κουβέντα, για χρόνια… Γι’αυτό το λόγο (που μόνο η ίδια γνώριζε και οι πάντες αγνοούσαν) πήγαινε στο σχολείο, πρώτα για να διδαχθεί και έπειτα για να διδάξει. Καμιά φορά μάλιστα, ξεχνούσε πως η θέση της ήταν στην έδρα. Κατευθύνονταν, θαρρείς από κάποια αόρατη δύναμη, προς το θρανίο της πρώτης σειράς και ετοιμάζονταν να καθίσει εκεί, μέχρι να φανεί ο καθηγητής. Ώσπου ξαφνικά, θυμόταν πως η δασκάλα ήταν εκείνη και έπρεπε – ήθελε δεν ήθελε – να κάνει μάθημα.

 Δεν ήταν πως δεν ήθελε. Όρεξη είχε μπόλικη και γενικότερα το «δασκαλίστικο» της έβγαινε μια χαρά. Αυτό που είχε όμως για εκείνη μεγαλύτερη σημασία ήταν να νοιώθει. Να νοιώθει κοντά στους μαθητές της. Όχι έξω από τον «κύκλο» τους, ούτε πάνω από τα κεφάλια τους. Μόνο έτσι θα της έδιναν (ή έδειχναν) οι μαθητές της, τον «απαιτούμενο» σεβασμό και μόνο έτσι εκείνη θα τους τον επέστρεφε στο εικοσαπλάσιο (ανάλογα με το πόσα κεφάλια, καρδιές και ψυχές είχε στην τάξη). Έμπαινε λοιπόν μέσα στην αίθουσα και τους ρώταγε όλους: «καλημέρα παιδιά, πως είστε»; Κάποιοι από το πλήθος θα απαντούσαν με λόγια μισά και άλλοι θα ομολογούσαν ευθέως τη βαρεμάρα τους. Τότε, η κυρία Λαβ – λι, όπως την αποκαλούσαν τα παιδιά, παραφράζοντας κάπως το επίθετο lovely (= αξιαγάπητη) θα κοιτούσε στα μάτια, τους πιο παραδομένους και θα έλεγε: «Και εγώ είμαι πολύ κουρασμένη, σήμερα! Όμως τώρα πρέπει να κάνουμε μάθημα. Λίγη υπομονή… και ύστερα θα πάτε σπίτια σας, θα σαχλαμαρίσετε, θα παίξετε, θα «χαθείτε» στο διαδίκτυο. Μόλις το έλεγε αυτό το τελευταίο, τα παιδιά κάτι παθαίνανε. Σα να μαγευόντουσαν, σα να κουρδιζόντουσαν από τα λόγια της δασκάλας.

 Έτοιμα να διαβάσουν, να αναλύσουν και να γράψουν τα πιο δύσκολα κείμενα της αρχαίας Ελληνικής και ενώ «καταβρόχθιζαν» τους πιο τραχείς ρηματικούς τύπους, έλυναν και έδεναν τις προτάσεις για να μεταφράσουν το “άγνωστο κείμενο”, ένοιωθαν ξαφνικά μια τεράστια αυτοπεποίθηση (εμπνευσμένη προφανώς από τη δασκάλα). Χωρίς να το καταλαβαίνουν, της έβγαζαν γλώσσα. Όχι από ασέβεια βέβαια, αλλά από διάθεση να παίξουν μαζί της, να την προκαλέσουν. Άνοιγαν λοιπόν το στόμα τους ως εκεί που δεν πήγαινε άλλο, αφήνοντας πράγματι τη γλώσσα τους να φανεί ολόκληρη, μαζί με τα στρασάκια και τα καρφωμένα μπιλάκια τους. Χάιδευαν μια σειρά από κρίκους στα χιλιοτρυπημένα τους αυτιά ή έσκυβαν απ’τη μεριά που είχαν ξυρίσει τα μαλλιά τους. Περίμεναν, με αυτόν τον τρόπο, η δασκάλα τους να εκνευριστεί, να σοκαριστεί και να τα χάσει. Μα πώς να τα χάσει αυτή, που λόγω χαρακτήρα, ήξερε ποια είναι η ευτυχία του να νοιώθεις «παράξενος» ή διαφορετικός, ακόμα και αν δεν είσαι όσο νομίζεις. Δεν ήταν. Σίγουρα δεν ήταν τόσο διαφορετική από τους μαθητές της. Η επίγνωση αυτή, την έκανε να μην απαντάει ποτέ στις προκλήσεις. Μονάχα μια φορά αποφάσισε ν’απαντήσει, όταν κάποιος από τη γαλαρία της φώναξε: «μπορεί να είστε η δασκάλα, όμως από ίντερνετ δεν ξέρετε μια»! Η κυρία Λαβ- λι, που ήταν όντως αξιαγάπητη, αποκρίθηκε με ήρεμη και σταθερή φωνή: «Ναι, δεν ξέρω. Θα με μάθεις εσύ»; Ο Κώστας ντράπηκε. Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε βουβός και ύστερα είπε: «ναι κυρία! Θα σας μάθω. Θα σας μάθουμε όλοι εμείς εδώ. Σε λίγο θα γίνετε σούπερ! Θα σερφάρετε στο διαδίκτυο καλύτερα και από εμάς!».

 Το είπαν και το έκαναν. Έφεραν τους φορητούς υπολογιστές τους και της έδειξαν πώς να μπαίνει και να βγαίνει από τις «πύλες του διαδικτύου». Της εξήγησαν τι είναι ο «Μοντζίλα» και το «Γκούγκλ», της έδωσαν συμβουλές για το πώς να ψάχνει και να βρίσκει στα ψαχτήρια. Την έμαθαν τι είναι το «Γιουτιούμπ» και το «Τουίτερ» και φυσικά της άνοιξαν προφίλ στο «Φέισμπουκ». Η κυρία Λαβ – λι ήταν ευγνώμων. Ποτέ κανένας δεν της είχε δείξει όσα της έδειξαν οι μαθητές της. Ποτέ κανένας (ούτε καν αυτό το «γαϊδούρι», ο γιος της)  δεν την είχε μυήσει στο σύμπαν του διαδικτύου, που μέχρι πριν λίγο καιρό της φαινόταν άγνωστο και προπάντων ακαταλαβίστικο. Την εμπειρία της εξοικείωσης με τον ψηφιακό κόσμο τη βρήκε συναρπαστική. Τα διαθέσιμα «εργαλεία», της φάνηκαν όλα χρήσιμα και όταν έμαθε να τα χειρίζεται τ’ αγάπησε. Τ’ αγάπησε πολύ. Ο υπολογιστής δεν ήταν πια για εκείνη ένα κουτί. Είχε σώμα και κεφάλι, παραλίγο και ψυχή! Καθώς οι μέρες περνούσαν, εκείνη όλο και μαγεύονταν από τα κουμπιά, τις ταχύτητες, τις συνδέσεις και τις υπερσυνδέσεις. Μέσα στον κυβερνοχώρο ένοιωθε να έχει βρει το δικό της χώρο. Μα την ίδια στιγμή καταλάβαινε πως ο χώρος αυτός δεν ήταν αποκλειστικά δικός της. Ήταν και όλων εκείνων – των γνωστών και αγνώστων – τους οποίους συναντούσε στα φόρουμ, τα Τσατ ρούμς και στα εργαλεία κοινωνικής δικτύωσης. Πιο πολύ «της κόλλησε» το Φέισμπουκ ή μάλλον αυτή κόλλησε χωρίς να το καταλάβει.

 Πού την έχανες, πού την έβρισκες, όλη την ώρα μέσα στο Φατσοβιβλίο! Συνδεδεμένη από το απόγευμα (το πρωί έπρεπε να βρίσκεται στο σχολείο) ως το ξημέρωμα. Την αίσθηση του χρόνου την είχε χάσει πια. Τα δευτερόλεπτα τα μετρούσε με κλικ του ποντικιού. Υπήρχαν λίγες πιθανότητες να ξέρει ποια ήταν η ώρα ή τι θα όφειλε να κάνει, οδηγούμενη έστω από τις ανθρώπινες, βιολογικές της ανάγκες. Όπως ξεχνιόταν μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, έτσι ξεχνούσε και να φάει, να κοιμηθεί και φυσικά να ξυπνήσει για να πάει στο σχολείο. Αν είχε τουλάχιστον συνάψει διαδικτυακές φιλίες με τους μαθητές της, σίγουρα κάποιος θα της έλεγε «κυρία, τι κάνετε ξύπνια τέτοια ώρα; Αύριο έχουμε μαζί σας το διαγώνισμα στ’αρχαία. Το ξεχάσατε»; Όμως, η κυρία Λαβ- Λι (που τώρα, μέσα στον εθισμό της, φαινόταν περισσότερο αξιολύπητη, παρά αξιαγάπητη) δεν είχε κανέναν να της πει «πρόσεχε, έχεις ξεφύγει!». Έτσι, δέθηκε ακόμα πιο σφιχτά στην καρέκλα της, στον υπολογιστή και συνέχισε να ανεβάζει βίντεο στην ιστοσελίδα της: Από άριες της Κάλλας, μέχρι «ζωντανές» συνταγές μαγειρικής. Ύστερα, πόσταρε στίχους ποιημάτων σε ξένους τοίχους, μέχρι που κάνα δυο τύποι τη φλερτάρανε και εκείνη τρόμαξε. Τότε, άρχισε να καταπιάνεται με τη συγγραφή και ανάρτηση επιστημονικών κειμένων, περιμένοντας πώς και πώς να διαβάσει τα σχόλια των φίλων και αναγνωστών της. Μια νύχτα, το δάχτυλο της αγκυλώθηκε – στην κυριολεξία – πάνω από το πλήκτρο «F5». Πατούσε συνεχώς την ανανέωση σελίδας, για να δει μήπως τυχόν είχε προσθέσει κανείς κάποιο “like” ή νέο σχόλιο στο άρθρο της, με τίτλο: «Γνωριμία με το διαδίκτυο: Μια νέα εποχή ξημερώνει».

 Το επόμενο πρωί, όταν άνοιξε τα μάτια της, τρόμαξε. Είδε πως βρισκόταν ήδη καθισμένη στην έδρα της. Είχε αποκοιμηθεί εκεί χωρίς να το πάρει χαμπάρι. Οι φωνές και τα γέλια των μαθητών την ξύπνησαν απότομα. «Πού είμαι; Πού βρίσκομαι»; Ρώτησε απορημένη.

«Ήσαστε μέσα στην τάξη, κυρία» Απάντησε ο Γιάννης από το δεύτερο θρανίο.

«Θα μας δείχνατε πώς να χρησιμοποιούμε το διαδραστικό πίνακα», πετάχτηκε ο Γιώργος.

«Κυρία Λαβ – λι, είστε καλά»; Ρώτησε η Χριστίνα, που έβλεπε τη δασκάλα της ελαφρώς κοιμισμένη…

«Είδα ένα κακό όνειρο»! Απάντησε εκείνη και συνέχισε: «Μα πώς θα σας μάθω εγώ να χρησιμοποιείτε το διαδραστικό πίνακα; Εγώ δεν ξέρω ούτε να μπαίνω στο διαδίκτυο».

«Θα σας μάθουμε εμείς κυρία! Θέλετε»; Ρώτησε με ενθουσιασμό ο Κώστας. Η κυρία δε μίλησε για λίγο και ύστερα απάντησε, σχεδόν μέσα από τα δόντια της: «Θα το σκεφτώ, παιδιά. Θα το σκεφτώ…». Από τότε ακόμα το σκέφτεται. Παρ’ όλο που οι μαθητές της προσπαθούν να την πείσουν, πως ο φόβος της για το διαδίκτυο υπάρχει μόνο μέσα σε ένα κακό όνειρο.

 Νικόλας περδικάρης

 Perdikarisn@gmail.com

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s